HomeΑρτηριακή πίεσηZestril

Zestril

Κατηγορία:
  • Online παραγγελία στην Ελλάδα.
  • Παράδοση σε όλη την Ελλάδα.

Η λισινοπρίλη, η δραστική ουσία του Zestril, μειώνει την αρτηριακή πίεση επηρεάζοντας ένα ορμονικό σύστημα που ρυθμίζει τη σύσπαση των αγγείων και την κατακράτηση άλατος. Η θεραπεία χρησιμοποιείται κυρίως στην υπέρταση, αλλά έχει και συγκεκριμένο ρόλο στην καρδιακή ανεπάρκεια, μετά από οξύ έμφραγμα και σε ορισμένους ασθενείς με διαβητική νεφρική νόσο. Η επιλογή δόσης απαιτεί εκτίμηση της αρτηριακής πίεσης, της νεφρικής λειτουργίας και άλλων φαρμάκων.

Βασικές πληροφορίες

Δραστική ουσία Λισινοπρίλη (lisinopril)
Κατηγορία Αναστολέας του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ΜΕΑ)
Κωδικός ATC C09AA03
Κύρια χρήση Υπέρταση· επιπλέον ειδικές καρδιακές και νεφρικές ενδείξεις
Δοσολογίες καταλόγου 2,5 mg, 5 mg και 10 mg
Μορφή και λήψη Από το στόμα, συνήθως μία φορά την ημέρα
Τροφή Η απορρόφηση δεν επηρεάζεται ουσιαστικά από τα γεύματα
Έλεγχος θεραπείας Αρτηριακή πίεση, κρεατινίνη/νεφρική λειτουργία και κάλιο
Κρίσιμη προφύλαξη Αντενδείκνυται στο δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης και σε ιστορικό αγγειοοιδήματος από αναστολέα ΜΕΑ
Διάθεση Με έγκυρη ιατρική συνταγή

Τι προσφέρει η λισινοπρίλη στην καρδιά και στα αγγεία

Η υπέρταση συχνά δεν προκαλεί ενοχλήματα. Παρ’ όλα αυτά, όταν η πίεση παραμένει αυξημένη, η καρδιά και τα αγγεία επιβαρύνονται διαρκώς, ενώ μακροπρόθεσμα μεγαλώνει ο κίνδυνος εγκεφαλικού επεισοδίου, καρδιοπάθειας και νεφρικής βλάβης. Η αξία της αντιυπερτασικής αγωγής δεν κρίνεται από το αν ο ασθενής αισθάνεται αμέσως καλύτερα, αλλά από τον σταθερό έλεγχο της πίεσης και τη μείωση αυτού του κινδύνου.

Η λισινοπρίλη αναστέλλει το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης (ΜΕΑ). Έτσι περιορίζεται ο σχηματισμός αγγειοτενσίνης ΙΙ, μιας ουσίας που προκαλεί αγγειοσύσπαση και ενεργοποιεί την έκκριση αλδοστερόνης. Τα αγγεία χαλαρώνουν, η πίεση μειώνεται και η καρδιά αντλεί αίμα απέναντι σε μικρότερη αντίσταση. Η μειωμένη δράση της αλδοστερόνης εξηγεί επίσης γιατί σε ορισμένους ασθενείς μπορεί να αυξηθεί το κάλιο στο αίμα.

Το φάρμακο δεν είναι διουρητικό και δεν αποτελεί μέσο άμεσης αντιμετώπισης μιας υπερτασικής επείγουσας κατάστασης. Η λισινοπρίλη έχει δράση που επιτρέπει συνήθως μία ημερήσια λήψη, όμως η εκτίμηση της αντιυπερτασικής ανταπόκρισης γίνεται σε διαδοχικές μετρήσεις και συχνά σε βάθος εβδομάδων. Η αύξηση της δόσης με βάση μία μόνο υψηλή μέτρηση μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολική πτώση της πίεσης.

Πότε χρησιμοποιείται το Zestril

Η υπέρταση είναι η συνηθέστερη αιτία χορήγησης. Ανάλογα με το επίπεδο της πίεσης και τον συνολικό καρδιαγγειακό κίνδυνο, η λισινοπρίλη μπορεί να αποτελέσει μονοθεραπεία ή μέρος συνδυασμού με φάρμακα διαφορετικού μηχανισμού. Η διατροφή, η σωματική δραστηριότητα και ο περιορισμός της υπερβολικής πρόσληψης άλατος παραμένουν σημαντικά μέρη της φροντίδας.

Στη συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια, η αναστολή του συστήματος ρενίνης–αγγειοτενσίνης μειώνει ένα μέρος της επιβάρυνσης που δέχεται η καρδιά. Η αγωγή συχνά συνδυάζεται με άλλες θεραπευτικές κατηγορίες, γι’ αυτό η ρύθμιση της πίεσης, των υγρών και της νεφρικής λειτουργίας χρειάζεται στενή παρακολούθηση. Η λισινοπρίλη έχει επίσης ειδική ένδειξη για βραχυχρόνια θεραπεία ορισμένων αιμοδυναμικά σταθερών ασθενών αμέσως μετά από οξύ έμφραγμα· η έναρξη γίνεται στο πλαίσιο νοσοκομειακής εκτίμησης, όχι κατόπιν αυτοδιάγνωσης.

Μια ακόμη ένδειξη αφορά την αρχόμενη νεφροπάθεια σε ασθενείς που έχουν ταυτόχρονα υπέρταση και σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Σε αυτή την περίπτωση, η μείωση της πίεσης μέσα στα μικρά αγγεία των νεφρών μπορεί να περιορίσει την αποβολή λευκωματίνης στα ούρα. Η πιθανή νεφρική ωφέλεια δεν αναιρεί την ανάγκη για εργαστηριακό έλεγχο: όταν αλλάζει η αιμάτωση των νεφρών, η κρεατινίνη ενδέχεται επίσης να μεταβληθεί.

Δόσεις 2,5 mg, 5 mg και 10 mg: τι σημαίνουν

Οι περιεκτικότητες που εμφανίζονται στον παρόντα κατάλογο είναι 2,5 mg, 5 mg και 10 mg. Δεν έχουν, όμως, όλες την ίδια θέση σε κάθε θεραπευτικό σχήμα. Για τη συνήθη αντιμετώπιση της υπέρτασης στους ενηλίκους, η εγκεκριμένη πληροφορία προϊόντος περιγράφει συχνά αρχική δόση 10 mg μία φορά ημερησίως και συνήθη δόση συντήρησης 20 mg. Χαμηλότερη έναρξη, όπως 2,5–5 mg, μπορεί να επιλεγεί όταν υπάρχει κίνδυνος έντονης υπότασης, ορισμένη νεφρική δυσλειτουργία ή ειδική καρδιολογική ένδειξη. Οι αριθμοί αυτοί εξηγούν τις κλινικές χρήσεις των δόσεων· δεν αποτελούν οδηγίες προσωπικής ρύθμισης.

Υπάρχει μία πρακτική διάκριση για την ελληνική αγορά: στις τεκμηριωμένες ελληνικές καταχωρίσεις του συγκεκριμένου εμπορικού προϊόντος Zestril αναφέρονται δισκία 5 mg, 10 mg και 20 mg. Δεν έχει επιβεβαιωθεί ξεχωριστή ελληνική εγκεκριμένη συσκευασία Zestril 2,5 mg. Η δόση των 2,5 mg μπορεί να προκύπτει από διαίρεση κατάλληλου δισκίου 5 mg, αφού η εγκεκριμένη μορφή των 5 mg διαθέτει χαραγή για ίσες δόσεις. Η δυνατότητα αυτή δεν πρέπει να γενικεύεται σε άλλα δισκία ή προϊόντα χωρίς έλεγχο της αντίστοιχης επίσημης πληροφορίας.

Η λήψη είναι από το στόμα, συνήθως μία φορά την ημέρα και περίπου την ίδια ώρα. Μπορεί να γίνεται με ή χωρίς τροφή. Δεν υπάρχει συγκεκριμένη «καλύτερη» ώρα για όλους: προέχει ένα σταθερό πρόγραμμα που ταιριάζει στη θεραπευτική οδηγία και επιτρέπει να αναγνωρίζονται τυχόν επεισόδια ζάλης. Η αγωγή συνήθως χρειάζεται τακτική επανεκτίμηση, όχι αλλαγές επειδή μια ημέρα η πίεση είναι διαφορετική.

Εγκεκριμένα γενόσημα που περιέχουν λισινοπρίλη μπορούν να έχουν ισοδύναμη δραστική ουσία και να πληρούν απαιτήσεις ποιότητας και βιοϊσοδυναμίας, αλλά διαφέρουν ενίοτε σε έκδοχα, εμφάνιση, συσκευασία ή διαθέσιμες περιεκτικότητες. Η ταυτότητα του προϊόντος και η ακριβής μορφή επιβεβαιώνονται από τη συσκευασία και την επισήμανση, όχι μόνο από την ονομασία καταλόγου.

Γιατί ελέγχονται η νεφρική λειτουργία και το κάλιο

Η λισινοπρίλη αποβάλλεται κυρίως αμετάβλητη από τους νεφρούς. Όταν η νεφρική λειτουργία είναι μειωμένη, η απομάκρυνσή της περιορίζεται και ο ασθενής μπορεί να χρειάζεται διαφορετική αρχική δόση ή στενότερη παρακολούθηση. Η αύξηση της κρεατινίνης μετά την έναρξη δεν σημαίνει πάντα μόνιμη βλάβη: το φάρμακο μεταβάλλει την πίεση μέσα στα νεφρικά σπειράματα. Η έκταση και η πορεία αυτής της μεταβολής καθορίζουν αν είναι αναμενόμενη ή χρειάζεται αλλαγή αντιμετώπισης.

Γι’ αυτό ο ιατρός συνήθως αξιολογεί κρεατινίνη, εκτιμώμενη νεφρική λειτουργία και κάλιο πριν και μετά την έναρξη ή τροποποίηση της αγωγής, ιδιαίτερα όταν υπάρχει χρόνια νεφρική νόσος, καρδιακή ανεπάρκεια, διαβήτης ή συγχορήγηση διουρητικών. Η υπερκαλιαιμία δεν προκαλεί πάντα πρώιμα συμπτώματα, παρότι σε σοβαρή μορφή μπορεί να διαταράξει τον καρδιακό ρυθμό. Οι εξετάσεις είναι επομένως μέρος της ασφάλειας της θεραπείας και όχι ένδειξη ότι το φάρμακο «πειράζει υποχρεωτικά» τα νεφρά.

Η αφυδάτωση αλλάζει γρήγορα αυτή την ισορροπία. Έντονος έμετος, διάρροια ή πολύ περιορισμένη πρόσληψη υγρών μπορούν να αυξήσουν την πιθανότητα υπότασης και οξείας επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας. Σε τέτοιες περιστάσεις χρειάζεται έγκαιρη επικοινωνία με τον θεράποντα ιατρό για εξατομικευμένες οδηγίες, αντί για αυθαίρετη αλλαγή στη δόση.

Βήχας, ζάλη και συμπτώματα που χρειάζονται προσοχή

Ο επίμονος ξηρός βήχας αποτελεί αναγνωρισμένη ανεπιθύμητη ενέργεια των αναστολέων ΜΕΑ. Συνδέεται εν μέρει με τη συσσώρευση ουσιών, όπως η βραδυκινίνη, όταν αναστέλλεται το ένζυμο που φυσιολογικά συμβάλλει στη διάσπασή τους. Συνήθως δεν υποδηλώνει λοίμωξη και μπορεί να εμφανιστεί ακόμη κι αν η πίεση ελέγχεται ικανοποιητικά. Εφόσον ενοχλεί, ο ιατρός αξιολογεί άλλες πιθανές αιτίες βήχα και την ανάγκη αλλαγής θεραπευτικής κατηγορίας.

Ζάλη, πονοκέφαλος, πτώση της πίεσης κατά την έγερση, διάρροια ή έμετος είναι επίσης πιθανές αντιδράσεις. Η ζάλη στην αρχή της αγωγής ή μετά από αύξηση δόσης μπορεί να σχετίζεται με απότομη πτώση της πίεσης, ειδικά σε ασθενείς που έχουν ήδη χάσει υγρά ή λαμβάνουν διουρητικό. Αν υπάρχει έντονη αδυναμία, λιποθυμία ή επαναλαμβανόμενα επεισόδια υπότασης, χρειάζεται άμεση ιατρική αξιολόγηση.

Το αγγειοοίδημα είναι σπάνιο αλλά δυνητικά επικίνδυνο. Αιφνίδιο πρήξιμο στα χείλη, στη γλώσσα, στο πρόσωπο ή στον λαιμό, ιδιαίτερα με δυσκολία στην αναπνοή ή στην κατάποση, απαιτεί επείγουσα ιατρική βοήθεια. Μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και μετά από μεγάλο διάστημα θεραπείας. Προηγούμενο αγγειοοίδημα από αναστολέα ΜΕΑ, καθώς και κληρονομικό ή ιδιοπαθές αγγειοοίδημα, αποτελούν αντενδείξεις. Σοβαρή μείωση της παραγωγής ούρων, έντονη αδυναμία με αίσθημα παλμών ή άλλες εκδηλώσεις πιθανής διαταραχής ηλεκτρολυτών επίσης χρειάζονται επείγουσα εκτίμηση.

Συνδυασμοί φαρμάκων και καθημερινές προφυλάξεις

Ορισμένες αλληλεπιδράσεις επηρεάζουν άμεσα τους δύο βασικούς παράγοντες ασφάλειας της λισινοπρίλης: την αιμάτωση των νεφρών και το κάλιο. Η σπιρονολακτόνη και άλλα καλιοσυντηρητικά διουρητικά, τα συμπληρώματα καλίου, τα υποκατάστατα αλατιού με κάλιο, καθώς και ουσίες όπως η τριμεθοπρίμη, μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο υπερκαλιαιμίας. Δεν πρέπει να προστίθενται στην αγωγή χωρίς να εξεταστεί η συνολική θεραπεία και η ανάγκη για αιματολογικές εξετάσεις.

Τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, όπως η ιβουπροφαίνη και η ναπροξένη, μπορεί να μειώσουν το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα και, ειδικά σε αφυδατωμένους ή ηλικιωμένους ασθενείς, να επιβαρύνουν τους νεφρούς. Η συγχορήγηση λιθίου μπορεί να αυξήσει τα επίπεδά του στο αίμα. Επίσης, η προσθήκη άλλου φαρμάκου που μπλοκάρει το ίδιο ορμονικό σύστημα, όπως ορισμένων σαρτανών ή αλισκιρένης, αυξάνει χωρίς ανάλογο συνήθως όφελος τον κίνδυνο υπότασης, υπερκαλιαιμίας και νεφρικής βλάβης. Ο συνδυασμός με αλισκιρένη αντενδείκνυται σε ασθενείς με διαβήτη ή συγκεκριμένη νεφρική δυσλειτουργία.

Η ταυτόχρονη χρήση με σακουμπιτρίλη/βαλσαρτάνη αντενδείκνυται λόγω αυξημένου κινδύνου αγγειοοιδήματος και απαιτείται διάστημα τουλάχιστον 36 ωρών κατά τη μετάβαση από τη μία αγωγή στην άλλη, όπως ορίζεται στις πληροφορίες προϊόντος. Φάρμακα όπως η ρασεκαντοτρίλη, η βιλνταγλιπτίνη και ορισμένοι αναστολείς mTOR μπορούν επίσης να αυξήσουν τον κίνδυνο αγγειοοιδήματος.

Το αλκοόλ ενδέχεται να επιτείνει τη ζάλη ή την πτώση της πίεσης, ιδίως κατά την έναρξη θεραπείας. Μέχρι να γίνει σαφές πώς επηρεάζει η λισινοπρίλη τον συγκεκριμένο ασθενή, χρειάζεται προσοχή στην οδήγηση και στον χειρισμό μηχανημάτων. Πριν από επέμβαση με αναισθησία πρέπει να γνωρίζει η ιατρική ομάδα ότι ο ασθενής λαμβάνει αναστολέα ΜΕΑ.

Κύηση, θηλασμός και ιδιαίτερες ομάδες ασθενών

Οι αναστολείς ΜΕΑ δεν πρέπει να ξεκινούν κατά την κύηση. Η λισινοπρίλη αντενδείκνυται στο δεύτερο και τρίτο τρίμηνο, επειδή μπορεί να βλάψει τη νεφρική λειτουργία και την ανάπτυξη του εμβρύου. Δεν συνιστάται ούτε στην αρχή της εγκυμοσύνης. Σε σχεδιαζόμενη ή διαπιστωμένη κύηση χρειάζεται άμεση επικοινωνία με τον ιατρό ώστε να επιλεγεί κατάλληλη εναλλακτική αγωγή. Κατά τον θηλασμό δεν συνιστάται, ιδίως όταν το βρέφος είναι νεογνό ή πρόωρο, επειδή τα διαθέσιμα δεδομένα είναι περιορισμένα.

Σε μεγαλύτερες ηλικίες η δοσολογική απόφαση επηρεάζεται συχνότερα από τη νεφρική λειτουργία, τη λήψη διουρητικών και τον κίνδυνο πτώσεων λόγω υπότασης, παρά από την ηλικία μόνη της. Στην παιδιατρική υπέρταση υπάρχει τεκμηριωμένη χρήση για ορισμένα παιδιά 6–16 ετών με εξατομίκευση ανάλογα με το βάρος και τη νεφρική λειτουργία· δεν είναι κατάλληλη για αυθαίρετη παιδιατρική χορήγηση ούτε για όλες τις άλλες ενδείξεις. Σοβαρή στένωση νεφρικών αρτηριών ή σημαντικές στενώσεις καρδιακών βαλβίδων απαιτούν ιδιαίτερη ιατρική αξιολόγηση.

Παράλειψη δόσης, διάρκεια θεραπείας και φύλαξη

Στην υπέρταση η θεραπεία είναι συνήθως μακροχρόνια. Η διακοπή επειδή οι μετρήσεις έγιναν φυσιολογικές μπορεί να αφήσει ξανά την πίεση χωρίς έλεγχο, αφού η βελτίωση συχνά οφείλεται ακριβώς στη φαρμακευτική αγωγή. Αν ο επιθυμητός στόχος δεν επιτυγχάνεται, ο ιατρός εξετάζει την τήρηση της λήψης, τις μετρήσεις, τη νεφρική λειτουργία και την ανάγκη τροποποίησης του σχήματος. Η λισινοπρίλη δεν έχει την ίδια διάρκεια θεραπείας σε όλες τις ενδείξεις: μετά από οξύ έμφραγμα προβλέπεται συγκεκριμένη πρώιμη περίοδος θεραπείας και επανεκτίμηση.

Αν παραλειφθεί μια δόση, δεν λαμβάνεται διπλή ποσότητα για αναπλήρωση. Η επόμενη λήψη γίνεται σύμφωνα με τις οδηγίες του θεράποντος και του φύλλου οδηγιών, λαμβάνοντας υπόψη πόσο κοντά βρίσκεται η επόμενη προγραμματισμένη δόση. Η υπερδοσολογία μπορεί να προκαλέσει σοβαρή υπόταση και διαταραχές της νεφρικής λειτουργίας ή των ηλεκτρολυτών και απαιτεί άμεση ιατρική αξιολόγηση, ακόμη κι αν τα αρχικά συμπτώματα είναι ήπια.

Τα δισκία φυλάσσονται στην αρχική συσκευασία, μακριά από παιδιά και σύμφωνα με τις οδηγίες της συγκεκριμένης συσκευασίας· για τις εγκεκριμένες μορφές Zestril των 5, 10 και 20 mg η πληροφορία προϊόντος προβλέπει θερμοκρασία κάτω από 30 °C. Όταν ο ασθενής μετακινείται ή ταξιδεύει, είναι χρήσιμο να έχει μαζί του τη συνταγογραφημένη αγωγή και το ισχύον θεραπευτικό σχήμα, χωρίς αλλαγή των ωρών λήψης χωρίς λόγο.

Διαθεσιμότητα, παραγγελία και τιμή του Zestril

Το Zestril καταχωρίζεται στον κατάλογο της Kafreya Pharmacy με τις δοσολογίες 2,5 mg, 5 mg και 10 mg. Η αγορά Zestril διαδικτυακά προϋποθέτει επιβεβαίωση της διαθέσιμης μορφής και περιεκτικότητας, καθώς και έλεγχο των φαρμακευτικών στοιχείων της παραγγελίας πριν από οποιαδήποτε χορήγηση. Η καταχώριση μιας δόσης στον ιστότοπο δεν ισοδυναμεί με βεβαίωση ότι υπάρχει ξεχωριστή εγκεκριμένη συσκευασία αυτής της περιεκτικότητας στην ελληνική αγορά.

Η λισινοπρίλη είναι συνταγογραφούμενο φάρμακο και δεν χορηγείται χωρίς συνταγή. Απαιτείται έγκυρη ιατρική συνταγή, η οποία ελέγχεται πριν από τη χορήγηση, μαζί με τη συμφωνία της περιεκτικότητας με την ιατρική οδηγία. Η διαδικασία online παραγγελίας δεν υποκαθιστά την ιατρική αξιολόγηση ή την υποχρεωτική επαλήθευση της συνταγής.

Η τιμή εξαρτάται από την τελική διαθέσιμη συσκευασία και την ισχύουσα τιμολόγηση· δεν αναφέρεται εδώ μη επιβεβαιωμένο ποσό. Η διαθεσιμότητα και οι λεπτομέρειες της παραγγελίας επιβεβαιώνονται κατά την επεξεργασία της. Η επιλογή ανάμεσα σε περιεκτικότητες ή ισοδύναμα σκευάσματα πρέπει να συμφωνεί με τη συνταγή και τη φαρμακευτική αξιολόγηση, όχι αποκλειστικά με την τιμή.

Συχνές ερωτήσεις για το Zestril

Μπορεί η λισινοπρίλη να ρίξει την πίεση ήδη από την πρώτη ημέρα;

Η αντιυπερτασική δράση μπορεί να αρχίσει από τις πρώτες δόσεις, αλλά η αξιολόγηση της σταθερής ρύθμισης απαιτεί επαναλαμβανόμενες μετρήσεις. Έντονη ζάλη ή λιποθυμική τάση μετά την έναρξη χρειάζονται ιατρική επικοινωνία, ιδίως όταν συνυπάρχει αφυδάτωση ή διουρητική αγωγή.

Μπορώ να χρησιμοποιώ υποκατάστατο αλατιού ενώ λαμβάνω Zestril;

Πολλά υποκατάστατα του επιτραπέζιου αλατιού περιέχουν κάλιο αντί για νάτριο. Η λισινοπρίλη μπορεί επίσης να αυξήσει το κάλιο στο αίμα, γι’ αυτό ο συνδυασμός ενδέχεται να είναι επικίνδυνος, ιδιαίτερα όταν η νεφρική λειτουργία είναι μειωμένη. Πριν χρησιμοποιήσετε τέτοιο προϊόν, ελέγξτε την ετικέτα του και συμβουλευτείτε τον ιατρό ή τον φαρμακοποιό. Η ένδειξη «λιγότερο νάτριο» δεν εγγυάται ότι ένα υποκατάστατο αλατιού είναι κατάλληλο για όλους.

Τι πρέπει να αναφέρω στον φαρμακοποιό αν παίρνω παυσίπονα;

Χρειάζεται να αναφερθούν ιδιαίτερα τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, όπως η ιβουπροφαίνη και η ναπροξένη, ακόμη κι αν χρησιμοποιούνται περιστασιακά. Μαζί με τη λισινοπρίλη μπορούν να επηρεάσουν την αρτηριακή πίεση και τη νεφρική λειτουργία, κυρίως σε άτομα με αφυδάτωση ή προϋπάρχουσα νεφρική νόσο.

Πώς επιβεβαιώνεται η διαθεσιμότητα των δόσεων Zestril;

Η εμφανιζόμενη καταχώριση αποτελεί σημείο αναφοράς για τη ζητούμενη δόση. Η τελική συσκευασία, η διαθεσιμότητα, η συμφωνία με την έγκυρη συνταγή και τα απαραίτητα στοιχεία χορήγησης ελέγχονται κατά την επεξεργασία της παραγγελίας.

Φαρμακευτική ανασκόπηση

Η φαρμακευτική ανασκόπηση πραγματοποιήθηκε από την Ελίνα Ράπτη, Υπεύθυνη Φαρμακοποιός.

Τελευταία αναθεώρηση: .

Οι πληροφορίες της σελίδας είναι μόνο ενημερωτικές και δεν υποκαθιστούν ιατρική συμβουλή, διάγνωση ή θεραπεία. Συμβουλευτείτε ιατρό ή αδειούχο φαρμακοποιό.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *