HomeΟρμόνεςEstrace

Estrace

Κατηγορία:
  • Online παραγγελία στην Ελλάδα.
  • Παράδοση σε όλη την Ελλάδα.

Το Estrace είναι ονομασία καταλόγου για δισκία με οιστραδιόλη, ένα οιστρογόνο που χρησιμοποιείται στη συστηματική ορμονική θεραπεία, κυρίως όταν η μείωση των οιστρογόνων προκαλεί ενοχλητικά συμπτώματα κατά την εμμηνόπαυση. Οι περιεκτικότητες 1 mg και 2 mg δεν είναι εναλλάξιμες χωρίς ιατρική αξιολόγηση: η αποτελεσματική θεραπεία εξαρτάται τόσο από το σύμπτωμα όσο και από το ατομικό ιστορικό, ιδιαίτερα από το αν υπάρχει μήτρα.

Βασικές πληροφορίες

Δραστική ουσία Οιστραδιόλη (17β-οιστραδιόλη)
Κατηγορία Οιστρογόνο, συστηματική ορμονική θεραπεία
Φαρμακοτεχνική μορφή Δισκία από του στόματος
Περιεκτικότητες καταλόγου 1 mg και 2 mg
Κωδικός ATC G03CA03
Κύρια θεραπευτική χρήση Αντιμετώπιση συμπτωμάτων ανεπάρκειας οιστρογόνων, ιδίως κατά την εμμηνόπαυση
Χορήγηση Με ιατρική συνταγή και εξατομικευμένη παρακολούθηση
Κρίσιμη προφύλαξη Σε άτομα με μήτρα απαιτείται συνήθως κατάλληλη προστασία του ενδομητρίου με προγεσταγόνο

Πώς δρα η οιστραδιόλη και πότε χρησιμοποιείται

Η οιστραδιόλη είναι το κύριο φυσικό οιστρογόνο κατά την αναπαραγωγική ηλικία. Μετά την εμμηνόπαυση, όταν η λειτουργία των ωοθηκών μειώνεται, η πτώση της οιστρογονικής δραστηριότητας μπορεί να συνδέεται με εξάψεις, νυχτερινές εφιδρώσεις, διαταραχές ύπνου και ουρογεννητικές ενοχλήσεις. Η συστηματική χορήγηση οιστραδιόλης δρα στους υποδοχείς οιστρογόνων σε διάφορους ιστούς και μπορεί να μειώσει ιδιαίτερα τα αγγειοκινητικά συμπτώματα.

Η θεραπεία δεν είναι αναγκαία για κάθε γυναίκα στην εμμηνόπαυση. Η επιλογή της έχει μεγαλύτερο νόημα όταν τα συμπτώματα επηρεάζουν ουσιαστικά τον ύπνο ή την καθημερινότητα και όταν το αναμενόμενο όφελος υπερτερεί των εξατομικευμένων κινδύνων. Η συστηματική οιστραδιόλη μπορεί επίσης να χρησιμοποιείται σε ορισμένες μορφές υποοιστρογονισμού ή πρόωρης ωοθηκικής ανεπάρκειας, αλλά η ένδειξη, η διάρκεια και η ανάγκη συμπληρωματικών ορμονών καθορίζονται από ειδικό.

Τα οιστρογόνα περιορίζουν την επιτάχυνση της οστικής απώλειας μετά την εμμηνόπαυση. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε άτομο με χαμηλή οστική πυκνότητα χρειάζεται οιστραδιόλη: για την πρόληψη καταγμάτων η επιλογή πρέπει να συγκρίνεται με θεραπείες ειδικά προορισμένες για την οστεοπόρωση. Επίσης, όταν το κύριο πρόβλημα περιορίζεται σε κολπική ξηρότητα, συχνά αξιολογείται τοπική θεραπεία αντί συστηματικής έκθεσης.

Τι σημαίνουν οι περιεκτικότητες 1 mg και 2 mg

Κάθε δισκίο Estrace 1 mg περιέχει 1 mg οιστραδιόλης, ενώ το δισκίο 2 mg περιέχει διπλάσια ποσότητα δραστικής ουσίας. Η αριθμητική διαφορά, όμως, δεν σημαίνει ότι η ισχυρότερη περιεκτικότητα προσφέρει πάντοτε καλύτερο αποτέλεσμα. Οι εξάψεις, για παράδειγμα, μπορεί να ελέγχονται με χαμηλότερη δόση, ενώ η αύξηση της έκθεσης σε οιστρογόνα μπορεί να επηρεάσει την ανοχή και ορισμένους κινδύνους.

Στην ορμονική θεραπεία της εμμηνόπαυσης επιδιώκεται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση και η τακτική αναθεώρηση της ανάγκης συνέχισης. Αν τα συμπτώματα επιμένουν, ο ιατρός εξετάζει πρώτα τη σωστή λήψη, την αρχική ένταση των ενοχλημάτων και άλλες πιθανές αιτίες, πριν τροποποιήσει το σχήμα. Η περιεκτικότητα δεν πρέπει να αλλάζει με αυτοσχέδιο διπλασιασμό δισκίων.

Τα 1 και 2 mg περιγράφουν την ποσότητα στο δισκίο, όχι σταθερά επίπεδα ορμόνης στο αίμα. Μετά την κατάποση η οιστραδιόλη απορροφάται από το έντερο και μεταβολίζεται σε σημαντικό βαθμό στο ήπαρ, μεταξύ άλλων σε οιστρόνη. Γι’ αυτό η ίδια περιεκτικότητα μπορεί να δίνει διαφορετική έκθεση και κλινική ανταπόκριση από άτομο σε άτομο.

Λήψη, διάρκεια και επανεκτίμηση της θεραπείας

Τα δισκία λαμβάνονται από το στόμα σύμφωνα με το ακριβές σχήμα της συνταγής. Στα συνήθη σχήματα υποκατάστασης η χορήγηση είναι συχνά καθημερινή, αλλά μπορεί να χρησιμοποιείται συνεχές ή κυκλικό πρόγραμμα, ανάλογα με το θεραπευτικό ιστορικό και τη συγχορήγηση προγεσταγόνου. Δεν υπάρχει ένα ενιαίο σχήμα κατάλληλο για όλες τις γυναίκες. Η σταθερή ώρα βοηθά κυρίως στην τήρηση του προγράμματος.

Η απορρόφηση ξεκινά μετά τη λήψη, αλλά η κλινική βελτίωση των αγγειοκινητικών συμπτωμάτων αξιολογείται σε βάθος εβδομάδων και όχι από μία μεμονωμένη δόση. Συνήθως προγραμματίζεται πρώιμη επανεκτίμηση περίπου στους τρεις μήνες και κατόπιν περιοδική, τουλάχιστον ετήσια ανασκόπηση του οφέλους και των κινδύνων. Εάν τα συμπτώματα επανεμφανιστούν μετά τη διακοπή, αυτό δεν αποτελεί από μόνο του λόγο αυτόματης επανέναρξης.

Πριν από την έναρξη καταγράφονται τα συμπτώματα, η παρουσία ή όχι μήτρας, το προσωπικό και οικογενειακό ιστορικό θρόμβωσης ή καρκίνου του μαστού, η αρτηριακή πίεση και οι παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου. Κατά την παρακολούθηση εξετάζονται η ανταπόκριση, τυχόν ανεπιθύμητες ενέργειες, οι αλλαγές στην αιμορραγία και η ανάγκη συνέχισης της θεραπείας. Ο έλεγχος μαστών και οι προληπτικές εξετάσεις ακολουθούν τις κατάλληλες για την ηλικία και το ιστορικό συστάσεις· δεν απαιτείται ο ίδιος εργαστηριακός έλεγχος για όλες τις γυναίκες. Η τακτική μέτρηση οιστραδιόλης στο αίμα δεν αποτελεί συνήθως τον βασικό τρόπο ρύθμισης της δόσης για τα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης, καθώς μεγαλύτερη σημασία έχει η κλινική ανταπόκριση.

Για παραλειφθείσα δόση πρέπει να ακολουθούνται οι οδηγίες του συγκεκριμένου σκευάσματος ή του θεράποντος ιατρού· δεν λαμβάνονται δύο δόσεις μαζί για αναπλήρωση. Πριν από προγραμματισμένη μεγάλη επέμβαση ή περίοδο παρατεταμένης ακινησίας, χρειάζεται έγκαιρη ενημέρωση του ιατρού, επειδή ενδέχεται να απαιτείται προσωρινή προσαρμογή της ορμονικής θεραπείας. Η φύλαξη πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τη συσκευασία και μακριά από παιδιά.

Γιατί έχει σημασία η παρουσία μήτρας

Η οιστραδιόλη διεγείρει το ενδομήτριο, δηλαδή τον ιστό που καλύπτει εσωτερικά τη μήτρα. Όταν χορηγείται συστηματικό οιστρογόνο χωρίς αντίστοιχη προστασία σε γυναίκα με μήτρα, το ενδομήτριο μπορεί να παχύνει υπερβολικά. Με την πάροδο του χρόνου αυξάνεται ο κίνδυνος υπερπλασίας και καρκίνου του ενδομητρίου. Για τον λόγο αυτό η θεραπεία συνήθως περιλαμβάνει και κατάλληλο προγεσταγόνο, είτε σε διαδοχικό είτε σε συνεχές συνδυασμένο σχήμα.

Μετά από ολική υστερεκτομή η οιστραδιόλη μπορεί κατά κανόνα να χορηγείται χωρίς προγεσταγόνο. Υπάρχουν ωστόσο εξαιρέσεις, όπως ορισμένες περιπτώσεις με υπολειμματική ενδομητρίωση. Η απόφαση δεν εξαρτάται μόνο από την ηλικία αλλά και από το χειρουργικό και γυναικολογικό ιστορικό.

Μικρή αιμορραγία ή κηλίδες μπορεί να εμφανιστούν κατά τους πρώτους μήνες της συστηματικής θεραπείας ή μετά την αλλαγή του σχήματος. Η χρονική στιγμή και η ένταση έχουν σημασία: νέα αιμορραγία που πρωτοεμφανίζεται περισσότερους από έξι μήνες μετά την έναρξη ή περισσότερους από τρεις μήνες μετά από αλλαγή της θεραπείας χρειάζεται έγκαιρη ιατρική αξιολόγηση. Η έντονη ή παρατεταμένη αιμορραγία αξιολογείται χωρίς αναμονή, ακόμη και στην αρχή της θεραπείας, καθώς πρέπει να αποκλειστούν παθήσεις του ενδομητρίου. Ο ιατρός συνεκτιμά το είδος του ορμονικού σχήματος και τους ατομικούς παράγοντες κινδύνου για να αποφασίσει αν απαιτείται υπερηχογράφημα ή περαιτέρω διερεύνηση.

Πότε η συστηματική θεραπεία δεν είναι κατάλληλη

Το ιατρικό ιστορικό είναι καθοριστικό πριν από την έναρξη. Η συστηματική οιστραδιόλη γενικά αντενδείκνυται όταν υπάρχει γνωστός, προηγούμενος ή πιθανολογούμενος καρκίνος μαστού, οιστρογονοεξαρτώμενη κακοήθεια, ανεξήγητη αιμορραγία από τα γεννητικά όργανα ή αθεράπευτη υπερπλασία ενδομητρίου. Σημαντικές αντενδείξεις αποτελούν επίσης προηγούμενη ή ενεργός φλεβική θρόμβωση ή πνευμονική εμβολή, γνωστή σοβαρή θρομβοφιλία, ενεργό ή πρόσφατο αρτηριακό θρομβοεμβολικό επεισόδιο και σοβαρή ενεργός ηπατική νόσος. Αλλεργία στην οιστραδιόλη ή στα έκδοχα του συγκεκριμένου προϊόντος απαιτεί επίσης αποφυγή του.

Η λήψη οιστρογόνων από το στόμα περνά από το ήπαρ και μπορεί να επηρεάσει πρωτεΐνες που συμμετέχουν στην πήξη του αίματος. Έτσι, ο κίνδυνος φλεβικής θρομβοεμβολής είναι υψηλότερος με συστηματική θεραπεία από το στόμα σε σύγκριση με κατάλληλα διαδερμικά σχήματα. Το ιστορικό θρομβώσεων, η παχυσαρκία, το κάπνισμα, η ακινησία, η αρτηριακή πίεση και η ηλικία συνυπολογίζονται, χωρίς να ισχύει η ίδια εκτίμηση για κάθε άτομο.

Οι μακροχρόνιοι κίνδυνοι δεν είναι ίδιοι για όλες τις ορμονικές θεραπείες. Ο κίνδυνος διάγνωσης καρκίνου μαστού σχετίζεται, μεταξύ άλλων, με τη διάρκεια χρήσης και διαφέρει μεταξύ συνδυασμένης θεραπείας και μονοθεραπείας με οιστρογόνο. Η θεραπεία δεν χρησιμοποιείται με στόχο την πρόληψη καρδιαγγειακών επεισοδίων ή άνοιας. Η συζήτηση για συνέχιση ή διακοπή πρέπει να βασίζεται στο σύνολο των οφελών και κινδύνων, όχι σε έναν μεμονωμένο αριθμό.

Ανεπιθύμητες ενέργειες και προειδοποιητικά σημεία

Ευαισθησία ή τάση στους μαστούς, ναυτία, κεφαλαλγία, κοιλιακή ενόχληση, οίδημα και αλλαγές στο πρότυπο της κολπικής αιμορραγίας συγκαταλέγονται στις πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες. Ορισμένες εξηγούνται από την επίδραση των οιστρογόνων στους μαστικούς ιστούς, την κατακράτηση υγρών και το ενδομήτριο. Συμπτώματα που επιμένουν ή επιβαρύνουν την καθημερινότητα μπορεί να απαιτούν επανεξέταση της δόσης ή της οδού χορήγησης.

Ξαφνικός πόνος ή οίδημα στο ένα πόδι, αιφνίδια δύσπνοια, πόνος στο στήθος, έντονη ασυνήθιστη κεφαλαλγία ή ξαφνική διαταραχή ομιλίας, όρασης ή κινητικότητας απαιτούν άμεση επείγουσα εκτίμηση. Δεν πρέπει να αποδίδονται σε συνηθισμένη ορμονική προσαρμογή, επειδή μπορεί να υποδηλώνουν θρόμβωση, πνευμονική εμβολή ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.

Η υπερβολική λήψη μπορεί να προκαλέσει ναυτία, εμέτους, ευαισθησία μαστών ή αιμορραγία. Αν ληφθεί μεγαλύτερη ποσότητα από τη συνταγογραφημένη, ζητείται άμεσα ιατρική ή φαρμακευτική καθοδήγηση και δεν επιχειρείται αυτοσχέδια διόρθωση του προγράμματος.

Αλληλεπιδράσεις και ιδιαίτερες περιπτώσεις

Ορισμένα φάρμακα αυξάνουν τον ηπατικό μεταβολισμό των οιστρογόνων και ενδέχεται να μειώσουν τη δράση τους ή να προκαλέσουν αλλαγές στην αιμορραγία. Παραδείγματα είναι η ριφαμπικίνη, η καρβαμαζεπίνη, η φαινυτοΐνη και το φυτικό σκεύασμα βαλσαμόχορτο (St John’s wort). Σημαντική είναι και η αλληλεπίδραση με τη λαμοτριγίνη: τα οιστρογόνα μπορεί να μειώσουν τη συγκέντρωσή της και να επηρεάσουν τον έλεγχο των κρίσεων. Ο ιατρός πρέπει να γνωρίζει όλα τα συνταγογραφούμενα, μη συνταγογραφούμενα και φυτικά προϊόντα.

Η από του στόματος οιστραδιόλη μπορεί επίσης να επηρεάσει τη θεραπεία του υποθυρεοειδισμού. Αυξάνει την ποσότητα της πρωτεΐνης που δεσμεύει τις θυρεοειδικές ορμόνες στο αίμα, οπότε ορισμένες ασθενείς που λαμβάνουν λεβοθυροξίνη χρειάζονται διαφορετική δόση. Με την έναρξη, την αλλαγή ή τη διακοπή της οιστραδιόλης, ο θεράπων ιατρός μπορεί να ζητήσει έλεγχο της TSH και, κατά περίπτωση, της ελεύθερης T4, πριν αποφασίσει οποιαδήποτε προσαρμογή. Η δόση της λεβοθυροξίνης δεν αλλάζει αυθαίρετα.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται σε ιστορικό ημικρανίας, υψηλών τριγλυκεριδίων, παθήσεων χοληδόχου κύστης, υπέρτασης, σακχαρώδους διαβήτη, καρδιακής ή νεφρικής δυσλειτουργίας. Τα οιστρογόνα μπορεί να προκαλέσουν κατακράτηση υγρών· σε καρδιακή ή νεφρική νόσο αυτό αποκτά πρόσθετη σημασία. Η ηπατική νόσος επηρεάζει επίσης την καταλληλότητα της από του στόματος οδού, επειδή το ήπαρ συμμετέχει άμεσα στον μεταβολισμό της οιστραδιόλης.

Η οιστραδιόλη για ορμονική θεραπεία δεν αποτελεί αντισύλληψη. Δεν ενδείκνυται κατά την εγκυμοσύνη ή τον θηλασμό και η εμφάνιση εγκυμοσύνης κατά τη θεραπεία απαιτεί επικοινωνία με ιατρό. Στις μεγαλύτερες ηλικίες αξιολογούνται ιδιαίτερα οι αγγειακοί κίνδυνοι και η έναρξη θεραπείας πολλά χρόνια μετά την εμμηνόπαυση. Η ικανότητα οδήγησης συνήθως δεν επηρεάζεται σημαντικά από την οιστραδιόλη, αλλά ζάλη ή άλλες ατομικές αντιδράσεις απαιτούν προσοχή.

Δισκία και άλλες μορφές οιστραδιόλης στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα η οιστραδιόλη απαντά σε διαφορετικές φαρμακοτεχνικές μορφές, μεταξύ άλλων σε σκευάσματα διαδερμικής ή κολπικής χορήγησης. Για να εξακριβωθεί η ταυτότητα ενός συγκεκριμένου προϊόντος, χρειάζεται έλεγχος της εγκεκριμένης σύνθεσης, της μορφής, της περιεκτικότητας και της Περίληψης Χαρακτηριστικών του Προϊόντος στα στοιχεία του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων (ΕΟΦ). Η ονομασία Estrace χρησιμοποιείται εδώ ως ονομασία καταλόγου και δεν αρκεί από μόνη της για να επιβεβαιώσει ελληνική άδεια κυκλοφορίας ή ταυτόσημη σύνθεση συγκεκριμένης συσκευασίας.

Τα διαδερμικά συστήματα μεταφέρουν οιστραδιόλη μέσω του δέρματος, παρακάμπτοντας σε μεγάλο βαθμό τον αρχικό ηπατικό μεταβολισμό. Μπορεί επομένως να προτιμώνται όταν ο κίνδυνος θρόμβωσης καθιστά λιγότερο επιθυμητή την από του στόματος θεραπεία. Τα χαμηλής δόσης κολπικά προϊόντα στοχεύουν κυρίως τα τοπικά ουρογεννητικά συμπτώματα και δεν υποκαθιστούν τα συστηματικά δισκία για τις εξάψεις. Οι δόσεις αυτών των μορφών δεν συγκρίνονται με απλή μετατροπή mg σε μικρογραμμάρια.

Φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν την ίδια δραστική ουσία μπορούν να διαφέρουν ως προς τα έκδοχα, την εμφάνιση και την εγκεκριμένη χρήση. Η ύπαρξη γενόσημου δεν σημαίνει ότι κάθε μορφή ή άλας οιστραδιόλης είναι αυτομάτως ισοδύναμο σε οποιαδήποτε δόση. Η αντικατάσταση γίνεται μόνο μεταξύ κατάλληλων σκευασμάτων σύμφωνα με την ισχύουσα έγκριση και τη φαρμακευτική κρίση.

Διαθεσιμότητα, συνταγή και παραγγελία του Estrace

Το Estrace με οιστραδιόλη 1 mg ή 2 mg εξετάζεται ως συνταγογραφούμενη συστηματική ορμονική θεραπεία. Η αγορά του Estrace διαδικτυακά προϋποθέτει έγκυρη ιατρική συνταγή, επιβεβαίωση της επιλεγμένης περιεκτικότητας και φαρμακευτικό έλεγχο πριν από τη διάθεση. Δεν προσφέρεται χωρίς συνταγή και η συμπλήρωση μιας παραγγελίας δεν αντικαθιστά την κλινική απόφαση του ιατρού.

Η τιμή εξαρτάται από τη συγκεκριμένη περιεκτικότητα και συσκευασία και επιβεβαιώνεται κατά την επεξεργασία της παραγγελίας· δεν παρατίθεται μη επαληθευμένο ποσό ή υπόσχεση αποθέματος. Η τελική διαθεσιμότητα εξαρτάται από τον έλεγχο των στοιχείων, τη συνταγή και την επιβεβαίωση του φαρμακευτικού προϊόντος. Οι σχετικές πληροφορίες παράδοσης περιγράφονται στο τυποποιημένο πλαίσιο στην αρχή της σελίδας.

Συχνές ερωτήσεις για το Estrace

Πότε μπορεί να φανεί διαφορά στις εξάψεις;

Η βελτίωση δεν είναι απαραίτητα άμεση. Συνήθως αξιολογείται μέσα στις πρώτες εβδομάδες, ενώ η επανεκτίμηση της θεραπείας βοηθά να φανεί αν η συγκεκριμένη δόση προσφέρει επαρκή ανακούφιση χωρίς δυσανάλογες ανεπιθύμητες ενέργειες.

Αν παίρνω λεβοθυροξίνη, χρειάζεται επανέλεγχος του θυρεοειδούς;

Ναι, μπορεί να χρειαστεί. Η οιστραδιόλη σε δισκία αυξάνει μια πρωτεΐνη που μεταφέρει τις θυρεοειδικές ορμόνες, γεγονός που ενδέχεται να αλλάξει τις ανάγκες σε λεβοθυροξίνη. Ο ιατρός καθορίζει πότε θα ελεγχθεί η TSH μετά την έναρξη ή διακοπή της οιστραδιόλης και αν χρειάζεται αλλαγή της δόσης.

Χρειάζεται εξέταση οιστραδιόλης στο αίμα για την επιλογή της δόσης;

Στη συνήθη θεραπεία των συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης, η δόση επιλέγεται κυρίως από την ανακούφιση των συμπτωμάτων και την ανοχή, όχι από έναν μεμονωμένο αριθμό οιστραδιόλης. Εξετάσεις μπορεί να χρειάζονται για άλλους, ειδικούς ιατρικούς λόγους, όπως διερεύνηση μιας διαφορετικής ορμονικής διαταραχής.

Πώς ελέγχονται η περιεκτικότητα και η διαθεσιμότητα του Estrace;

Οι περιεκτικότητες 1 mg και 2 mg πρέπει να αντιστοιχούν στην ιατρική συνταγή και στο συγκεκριμένο σκεύασμα που θα διατεθεί. Η διαθεσιμότητα και η τελική τιμή επιβεβαιώνονται κατά την επεξεργασία της παραγγελίας, μαζί με τον απαραίτητο φαρμακευτικό έλεγχο.

Φαρμακευτική ανασκόπηση

Η φαρμακευτική ανασκόπηση πραγματοποιήθηκε από την Ελίνα Ράπτη, Υπεύθυνη Φαρμακοποιός.

Τελευταία αναθεώρηση: .

Οι πληροφορίες της σελίδας είναι μόνο ενημερωτικές και δεν υποκαθιστούν ιατρική συμβουλή, διάγνωση ή θεραπεία. Συμβουλευτείτε ιατρό ή αδειούχο φαρμακοποιό.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *